le tendon
Pronunciation
/tɑ̃dɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "tendon"στα γαλλικά

01

τένοντας, τένοντας

bande de tissu résistant qui relie un muscle à un os
le tendon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tendons
Παραδείγματα
Les exercices d' étirement aident à renforcer les tendons.
Οι ασκήσεις τέντωματος βοηθούν στην ενίσχυση των τενόντων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store