le tendon
ten
tɑ̃
τα
don
dɔ̃
ντο

Ορισμός και σημασία του "tendon"στα γαλλικά

01

τένοντας, τένοντας

bande de tissu résistant qui relie un muscle à un os 
le tendon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tendons
Παραδείγματα
Le tendon d'Achille relie le mollet au talon. 

Ο τένοντας του Αχιλλέα συνδέει το γάμπα με τη φτέρνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store