tenace
te
tə
τα
nace
nas
νασ
menace

Ορισμός και σημασία του "tenace"στα γαλλικά

01

επίμονος, προσκολλημένος

qui ne lâche pas facilement, persistant 
tenace definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus tenace
συγκριτικός βαθμός
plus tenace
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tenace
αρσενικό πληθυντικό
tenaces
θηλυκό ενικό
tenace
θηλυκό πληθυντικό
tenaces
θεματικό πεδίο
caractère, comportement, persévérance
Παραδείγματα
Il est tenace et ne renonce jamais à ses objectifs. 

Είναι επίμονος και ποτέ δεν εγκαταλείπει τους στόχους του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store