naître
Pronunciation
/nɛtʀ/

Ορισμός και σημασία του "naître"στα γαλλικά

naître
01

γεννιέμαι, έρχομαι στον κόσμο

venir au monde, commencer la vie
naître definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
nais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
naissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
naîtrai
ενεστώτα μετοχή
naissant
παθητική μετοχή
α΄ πληθυντικό παρατατικού
naissions
Παραδείγματα
Mon grand-père est en 1940.
Ο παππούς μου γεννήθηκε το 1940.
02

προκύπτω, προέρχομαι

apparaître ou être causé par quelque chose ; avoir une origine
Παραδείγματα
Une belle amitié est née de cette rencontre.
Μια όμορφη φιλία γεννήθηκε από αυτή τη συνάντηση.
03

γεννιέμαι, εμφανίζομαι

commencer à apparaître ou exister, en particulier dans un sens poétique (comme un jour, une lumière, une saison, etc.)
Παραδείγματα
L' espoir renaît après la tempête.
Η ελπίδα ξαναγεννιέται μετά τη θύελλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store