Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La navigation
[gender: feminine]
01
جهتیابی, تعیین مسیر
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Le marin a utilisé une boussole pour la navigation.
Λεξικό Δέντρο
navigation
navigate



























