la nausée
nausé
noz
noz
e
e
e
doserposeroserrosé

Ορισμός και σημασία του "nausée"στα γαλλικά

01

ναυτία, αίσθηση ναυτίας

sensation désagréable qui donne envie de vomir 
la nausée definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La nausée est un symptôme fréquent de la grossesse. 

Η ναυτία είναι ένα συχνό σύμπτωμα της εγκυμοσύνης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store