Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
naviguer
01
πλέω, κυβερνώ πλοίο
conduire ou diriger un bateau, un navire ou un autre type d'embarcation sur l'eau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
navigue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
naviguons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
naviguerai
ενεστώτα μετοχή
naviguant
παθητική μετοχή
navigué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
naviguions
Παραδείγματα
Le capitaine a navigué malgré la tempête.
Ο καπετάνιος πλοήγησε παρά τη θύελλα.
02
περιηγούμαι, εξερευνώ
se déplacer d'une page à une autre sur Internet pour trouver des informations ou explorer du contenu
Παραδείγματα
Naviguer sur Internet permet de découvrir de nouvelles informations.
Πλοήγηση στο Διαδίκτυο επιτρέπει την ανακάλυψη νέων πληροφοριών.



























