Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
naviguer
01
πλέω, κυβερνώ πλοίο
conduire ou diriger un bateau, un navire ou un autre type d'embarcation sur l'eau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
navigue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
naviguons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
naviguerai
ενεστώτα μετοχή
naviguant
παθητική μετοχή
navigué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
naviguions
Παραδείγματα
Ils ont navigué sur la Méditerranée pendant deux semaines.
Ταξίδεψαν στη Μεσόγειο για δύο εβδομάδες.
02
περιηγούμαι, εξερευνώ
se déplacer d'une page à une autre sur Internet pour trouver des informations ou explorer du contenu
Παραδείγματα
Je navigue sur Internet pour chercher des recettes.
Περιηγούμαι στο Διαδίκτυο για να ψάξω συνταγές.



























