naître
naître
nɛtʁ
netr
maîtrelettremettreprêtre

Ορισμός και σημασία του "naître"στα γαλλικά

naître
01

γεννιέμαι, έρχομαι στον κόσμο

venir au monde, commencer la vie 
naître definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
nais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
naissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
naîtrai
ενεστώτα μετοχή
naissant
παθητική μετοχή
α΄ πληθυντικό παρατατικού
naissions
Παραδείγματα
Je suis en France. 

Γεννήθηκα στη Γαλλία.

02

προκύπτω, προέρχομαι

apparaître ou être causé par quelque chose ; avoir une origine 
Παραδείγματα
Cette idée est née d'une longue réflexion. 

Αυτή η ιδέα γεννήθηκε από μια μακρά σκέψη.

03

γεννιέμαι, εμφανίζομαι

commencer à apparaître ou exister, en particulier dans un sens poétique (comme un jour, une lumière, une saison, etc. ) 
Παραδείγματα
Le jour va naître. 

Η μέρα πρόκειται να ξημερώσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store