Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
claquer
01
σκάω, ξεψυχώ
mourir subitement ou violemment
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
claque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
claquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
claquerai
παθητική μετοχή
claqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
claquions
Παραδείγματα
Mon poisson rouge a claqué hier.
Το χρυσόψαρο μου πέθανε ξαφνικά χθες.
02
χαστουκίζω, χτυπώ
frapper violemment, donner un coup sec ou une claque
Παραδείγματα
Elle a claqué sa main sur la table.
Αυτή χτύπησε το χέρι της στο τραπέζι.
03
να είμαι εντελώς εξαντλημένος, να πέφτω από την κούραση
être complètement épuisé, tomber de fatigue
Παραδείγματα
Après la course, il était complètement claqué.
Μετά τον αγώνα, ήταν εντελώς ξεμείνωμενος.
04
σπαταλώ, σκορπίζω
dépenser rapidement ou sans nécessité
Παραδείγματα
Il a claqué tout son salaire en une semaine.
Ξόδεψε όλο τον μισθό του σε μια εβδομάδα.
05
κάνω κλικ, κροτώ
faire un bruit sec avec le bec, les mâchoires ou les sabots
Παραδείγματα
Le perroquet claque du bec quand il est content.
Ο παπαγάλος κάνει κρότο με το ράμφος του όταν είναι χαρούμενος.



























