Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atteindre
01
φτάνω σε, καταφέρνω να
arriver à un endroit ou à un objectif
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
atteins
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
atteignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
atteindrai
ενεστώτα μετοχή
atteignant
παθητική μετοχή
atteint
α΄ πληθυντικό παρατατικού
atteignions
Παραδείγματα
Il a atteint le sommet de la montagne.
Αυτός έφτασε στην κορυφή του βουνού.
02
επηρεάζω, συγκινώ
toucher quelqu'un émotionnellement ou moralement
Παραδείγματα
Son discours m'a profondément atteint.
Η ομιλία του με άγγιξε βαθιά.
03
επηρεάζω, φτάνω
causer une maladie ou un trouble chez quelqu'un
Παραδείγματα
Le virus a atteint plusieurs organes.
Ο ιός έφτασε σε πολλά όργανα.
04
καταφέρνω, φτάνω
arriver à un très haut niveau ou à un idéal difficile à atteindre
Παραδείγματα
Il a atteint à la perfection dans son art.
Έφτασε στην τελειότητα στην τέχνη του.
05
χτυπώ, βρίσκω στόχο
toucher quelque chose ou quelqu'un avec force, souvent par un projectile
Παραδείγματα
La balle a atteint la cible.
Η σφαίρα χτύπησε το στόχο.



























