Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attaché
01
δεμένος, αφοσιωμένος
qui est lié ou dévoué à quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus attaché
συγκριτικός βαθμός
plus attaché
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
attaché
αρσενικό πληθυντικό
attachés
θηλυκό ενικό
attachée
θηλυκό πληθυντικό
attachées
Παραδείγματα
Il est très attaché aux habitudes de sa vie quotidienne.
L'attaché
01
ατασέ, διπλωματικός υπάλληλος
personne qui occupe un poste officiel dans une ambassade ou une administration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
attachés
Παραδείγματα
Il a été nommé attaché économique pour représenter son pays.
Διορίστηκε προσαρτημένος οικονομικός για να εκπροσωπήσει τη χώρα του.



























