attaché
a
a
a
ttaché
taʃe
tashe
attacher

Ορισμός και σημασία του "attaché"στα γαλλικά

01

δεμένος, αφοσιωμένος

qui est lié ou dévoué à quelqu'un ou quelque chose 
attaché definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus attaché
συγκριτικός βαθμός
plus attaché
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
attaché
αρσενικό πληθυντικό
attachés
θηλυκό ενικό
attachée
θηλυκό πληθυντικό
attachées
θεματικό πεδίο
émotion, relation, lien
Παραδείγματα
Antoine est attaché à sa grand-mère. 
01

ατασέ, διπλωματικός υπάλληλος

personne  qui occupe un poste officiel dans une ambassade ou une administration 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
attachés
αρσενικό ενικό
attaché
θηλυκό ενικό
attachée
neutral form
fonctionnaire
Παραδείγματα
L'attaché culturel organise les événements à l'ambassade. 

Ο πολιτιστικός ακόλουθος οργανώνει τις εκδηλώσεις στην πρεσβεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store