Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attendre
01
περιμένω
rester en un lieu ou dans un état jusqu'à ce que quelque chose arrive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
attends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
attendons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
attendrai
ενεστώτα μετοχή
attendant
παθητική μετοχή
attendu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
attendions
Παραδείγματα
Il attend le résultat de l' examen avec anxiété.
Περιμένει με αγωνία το αποτέλεσμα της εξέτασης.
02
αναμένω, προβλέπω
prévoir ou penser qu'un événement va se produire
Παραδείγματα
Tu t' attends à trop de lui.
Περιμένεις πάρα πολλά από αυτόν.
03
αναμένω, ελπίζω
espérer ou s'attendre à ce que quelque chose se produise
Παραδείγματα
Il attend un changement dans la politique de l' entreprise.
Περιμένει μια αλλαγή στην πολιτική της εταιρείας.



























