Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attacher
01
δένω, συνδέω
fixer ou lier quelque chose avec un lien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
attache
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
attachons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
attacherai
ενεστώτα μετοχή
attachant
παθητική μετοχή
attaché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
attachions
Παραδείγματα
Attachez votre ceinture de sécurité, s' il vous plaît.
Δέστε τη ζώνη ασφαλείας σας, παρακαλώ.
02
προσαρτώ, συνδέω
relier ou joindre quelque chose à autre chose
Παραδείγματα
Tu peux m' envoyer ce document en l' attachant à ton prochain message ?
Μπορείς να μου στείλεις αυτό το έγγραφο συνδέοντάς το στο επόμενο μήνυμά σου;



























