atomique
a
a
a
to
taw
mique
mɪk
mik
atypiqueatavique

Ορισμός και σημασία του "atomique"στα γαλλικά

01

ατομικός, πυρηνικός

relatif aux atomes ou à l'énergie des noyaux 
atomique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atomique
αρσενικό πληθυντικό
atomiques
θηλυκό ενικό
atomique
θηλυκό πληθυντικό
atomiques
Παραδείγματα
L'énergie atomique peut produire de l'électricité. 

Η ατομική ενέργεια μπορεί να παράγει ηλεκτρισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store