atomique
Pronunciation
/atɔmik/

Ορισμός και σημασία του "atomique"στα γαλλικά

01

ατομικός, πυρηνικός

relatif aux atomes ou à l'énergie des noyaux
atomique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atomique
αρσενικό πληθυντικό
atomiques
θηλυκό ενικό
atomique
θηλυκό πληθυντικό
atomiques
Παραδείγματα
Les scientifiques étudient les réactions atomiques pour la médecine.
Οι επιστήμονες μελετούν τις ατομικές αντιδράσεις για την ιατρική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store