Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attacher
01
δένω, συνδέω
fixer ou lier quelque chose avec un lien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
attache
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
attachons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
attacherai
ενεστώτα μετοχή
attachant
παθητική μετοχή
attaché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
attachions
Παραδείγματα
Attache tes lacets avant de tomber !
Δέσε τα κορδόνια σου πριν πέσεις.
02
προσαρτώ, συνδέω
relier ou joindre quelque chose à autre chose
Παραδείγματα
N'oubliez pas d'attacher le fichier PDF à votre email.
Μην ξεχάσετε να επισυνάψετε το αρχείο PDF στο email σας.



























