Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gossip
01
κουτσομπολεύω, καταλαλώ
to talk about the private lives of others with someone, often sharing secrets or spreading untrue information
Intransitive: to gossip about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gossip
γ΄ ενικό πρόσωπο
gossips
ενεστώτα μετοχή
gossiping
απλός αόριστος
gossiped
παθητική μετοχή
gossiped
Παραδείγματα
She ca n't help but gossip every time someone new joins the team.
Δεν μπορεί παρά να κουτσομπολεύει κάθε φορά που κάποιος νέος μπαίνει στην ομάδα.
02
κουτσομπολεύω, φλυαρώ
to talk idly or engage in casual conversation
Intransitive
Παραδείγματα
In the salon, customers gossip with their hairstylists.
Στο σαλόνι, οι πελάτες κουτσομπολεύουν με τους κομμωτές τους.
Gossip
01
κουτσομπολιό, φήμη
informal or idle talk about others, especially their personal lives, typically involving details that may not be confirmed or verified
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gossips
Παραδείγματα
It ’s hard to avoid gossip at family gatherings, especially when everyone knows each other so well.
Είναι δύσκολο να αποφύγεις τις κουτσομπολιές στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, ειδικά όταν όλοι γνωρίζονται τόσο καλά.
02
κουτσομπολιό, καταλαλιά
a conversation about other people conveying harsh, vicious, and unproven information about their personal life
Παραδείγματα
The gossip about the political candidate's past was based on unfounded rumors aiming to ruin his reputation.
Οι κουτσομπολιές για το παρελθόν του πολιτικού υποψηφίου βασίστηκαν σε αβάσιμες φήμες που αποσκοπούσαν να καταστρέψουν τη φήμη του.
03
κουτσομπόλης, φλύαρος
a person given to gossiping and divulging personal information about others
Λεξικό Δέντρο
gossiper
gossiping
gossip



























