Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to curdle
01
πήζω, συγκολλώ
turn into curds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
curdle
γ΄ ενικό πρόσωπο
curdles
ενεστώτα μετοχή
curdling
απλός αόριστος
curdled
παθητική μετοχή
curdled
02
πήζω, πήγνυμι
to cause or undergo the separation of a liquid, often milk, into solid curds
Παραδείγματα
Adding lemon juice to warm milk will curdle it, resulting in the formation of cheese curds.
Η προσθήκη χυμού λεμονιού στο ζεστό γάλα θα το πήξει, με αποτέλεσμα το σχηματισμό τυροπήγματος.
Λεξικό Δέντρο
curdled
curdling
curdle



























