curator
cu
kjʊ
kyoo
ra
ˈreɪ
rei
tor

Ορισμός και σημασία του "curator"στα αγγλικά

01

επιμελητής

someone who is in charge of a museum, taking care of a collection, artwork, etc. 
curator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curators
Παραδείγματα
The museum curator is responsible for preserving and interpreting the art collection. 

Ο επιμελητής του μουσείου είναι υπεύθυνος για τη διατήρηση και την ερμηνεία της συλλογής τέχνης.

Λεξικό Δέντρο

curatorial
curatorship
procurator
curator
curate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store