Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clout
01
χτυπώ δυνατά, γρονθοκοπώ
to strike forcefully, especially using the fist
Transitive: to clout sb/sth
Παραδείγματα
The child accidentally clouted the bully while trying to defend himself.
Το παιδί κατά λάθος χτύπησε τον νταή ενώ προσπαθούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Clout
Παραδείγματα
Despite his title, he does n't have much clout in the company.
Παρά τον τίτλο του, δεν έχει πολλή επιρροή στην εταιρεία.
1.1
επιρροή, δημοτικότητα
influence, fame, or popularity, often on social media
Παραδείγματα
They 're all about clout over content these days.
Στις μέρες μας, όλοι ενδιαφέρονται περισσότερο για την επιρροή παρά για το περιεχόμενο.
02
μια ισχυρή γροθιά, μια καταστροφική χτυπήματα
(boxing) a heavy blow delivered with the fist
Παραδείγματα
The fighter 's final clout ended the match in seconds.
Η τελευταία γροθιά του μαχητή τερμάτισε τον αγώνα σε δευτερόλεπτα.
03
καρφί με φαρδύ κεφάλι, επίπεδο κεφάλι καρφί
a short, thick nail with a large, flat head, used to fasten sheet material (such as metal or roofing felt) to wood
Παραδείγματα
Clout nails are ideal for fixing roofing felt to timber frames.
Καρφιά με φαρδιά κεφαλή είναι ιδανικά για τη στερέωση του στέγου σε ξύλινα πλαίσια.
04
στόχος στο έδαφος, στόχος για βολή σε μεγάλη απόσταση
(archery) a large target, traditionally a patch of cloth or a flag, placed on or near the ground for long‑distance shooting practice or competition
Παραδείγματα
Clout shooting requires judging both distance and arc precisely.
Το σούτινγκ σε στόχο στο έδαφος απαιτεί ακριβή κρίση τόσο της απόστασης όσο και της τροχιάς.



























