Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clouded
01
συννεφιασμένος, νεφοσκεπής
obscured by clouds, resulting in a lack of direct sunlight and a generally overcast appearance
Παραδείγματα
The clouded afternoon left the park devoid of sunlight, making it feel cooler.
Το συννεφιασμένο απόγευμα άφησε το πάρκο χωρίς ηλιακό φως, κάνοντάς το να φαίνεται πιο δροσερό.
02
θολωμένος, αγχωμένος
made troubled or apprehensive or distressed in appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clouded
συγκριτικός βαθμός
more clouded
διαβαθμίσιμο
03
σαστισμένος, συγχυσμένος
mentally disordered
04
θολός, ασαφής
unclear in form or expression
Λεξικό Δέντρο
unclouded
clouded
cloud



























