Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nudge
01
σπρώχνω απαλά, δίνω ένα ελαφρύ σκούντημα με τον αγκώνα
to gently push or prod someone or something, often to get attention or suggest a course of action
Transitive: to nudge sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nudge
γ΄ ενικό πρόσωπο
nudges
ενεστώτα μετοχή
nudging
απλός αόριστος
nudged
παθητική μετοχή
nudged
Παραδείγματα
He discreetly nudged his friend to share a private joke during the meeting.
Έσπρωξε διακριτικά τον φίλο του για να μοιραστεί ένα ιδιωτικό αστείο κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
02
σπρώχνω απαλά, προτρέπω διακριτικά
to gently encourage or steer someone or something toward a certain direction or action
Transitive: to nudge sb/sth to a direction
Παραδείγματα
He nudged the project in a new direction to better meet their goals.
Σπρώξει το έργο σε μια νέα κατεύθυνση για να καλύψει καλύτερα τους στόχους τους.
Nudge
01
ένα ελαφρύ σκούντημα, ένα μικρό χτύπημα
a slight push or shake
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nudges
Λεξικό Δέντρο
nudger
nudge



























