Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éteindre
01
σβήνω, απενεργοποιώ
arrêter le fonctionnement d'un appareil en coupant son alimentation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éteins
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éteignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éteindrai
ενεστώτα μετοχή
éteignant
παθητική μετοχή
éteint
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éteignions
Παραδείγματα
N'oublie pas d'éteindre l'ordinateur avant de partir.
Μην ξεχάσεις να κλείσεις τον υπολογιστή πριν φύγεις.
02
σβήνω, απενεργοποιώ
arrêter la source de lumière (lampe, lampe de poche, etc.)
Παραδείγματα
Peux - tu éteindre la lumière en sortant ?
Μπορείς να σβήσεις το φως όταν βγαίνεις;
03
σβήνω, καταστέλλω
arrêter la combustion d'un feu ou d'un incendie
Παραδείγματα
Les pompiers ont réussi à éteindre l'incendie rapidement.
Οι πυροσβέστες κατάφεραν να σβήσουν τη φωτιά γρήγορα.
04
σβήνω, εξασθενώ
devenir de plus en plus faible jusqu'à disparaître, surtout pour un son, une lumière, une chaleur ou une voix
Παραδείγματα
Le son de la musique s'éteint peu à peu.
Ο ήχος της μουσικής σβήνει σιγά σιγά.
05
σβήνω, αποθαίνω
mourir, cesser de vivre
Παραδείγματα
Mon grand-père s'est éteint paisiblement hier soir.
Ο παππούς μου σβήστηκε ήρεμα χθες το βράδυ.
06
εξαφανίζομαι, ξεσβήνω
disparaître complètement, ne plus exister, parler d'une espèce ou d'une civilisation
Παραδείγματα
Beaucoup d'espèces animales s'éteignent à cause de la pollution.
Πολλά είδη ζώων εξαφανίζονται λόγω της ρύπανσης.
07
σβήνω, κατευνάζω
faire disparaître ou calmer une sensation, une passion ou un désir
Παραδείγματα
Ce discours a éteint sa colère.
Αυτή η ομιλία έσβησε τον θυμό του.



























