Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
signaler
01
σηματοδοτώ, υποδεικνύω
indiquer, rendre visible ou attirer l'attention sur quelque chose
Παραδείγματα
Il signale le danger avec un drapeau rouge.
Σηματοδοτεί τον κίνδυνο με μια κόκκινη σημαία.
02
αναφέρω, πληροφορώ
informer ou rapporter quelque chose à quelqu'un
Παραδείγματα
Il signale le vol à la police.
Αναφέρει την κλοπή στην αστυνομία.
03
επισημαίνω, υποδεικνύω
attirer l'attention sur quelque chose ou le mentionner
Παραδείγματα
Je tenais à vous signaler que le club sera fermé la semaine prochaine.
Ήθελα να σημάνω ότι το κλαμπ θα είναι κλειστό την επόμενη εβδομάδα.
04
τραβώ την προσοχή, ξεχωρίζω
attirer l'attention ou se faire remarquer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
signale
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
signalons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
signalerai
ενεστώτα μετοχή
signalant
παθητική μετοχή
signalé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
signalions
Παραδείγματα
Il s'est signalé dès son arrivée à la réunion.
Έγινε αισθητός μόλις έφτασε στη συνάντηση.
05
αναφέρω, καταγγέλλω
informer l'administration ou modérateurs qu'un message, commentaire ou compte est inapproprié ou viole les règles
Παραδείγματα
J'ai signalé un message offensant sur Facebook.
Αναφέρατε ένα προσβλητικό μήνυμα στο Facebook.



























