siffler
siff
sif
sif
ler
le
siffleur

Ορισμός και σημασία του "siffler"στα γαλλικά

siffler
01

σφυρίζω, σφυρίζω με σφυρίχτρα

produire un son aigu avec la bouche ou un sifflet 
siffler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
siffle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sifflons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sifflerai
ενεστώτα μετοχή
sifflant
παθητική μετοχή
sifflé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sifflions
Παραδείγματα
L'arbitre siffle la fin du match. 

Ο διαιτητής σφυρίζει το τέλος του αγώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store