sidérer
sidérer
sɪdeʁe
sidere
baraquéaffoleramarrerflatter

Ορισμός και σημασία του "sidérer"στα γαλλικά

sidérer
01

καταπλήσσω, αφήνω άφωνο

surprendre ou choquer quelqu'un au point de le laisser sans réaction 
sidérer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sidère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sidérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sidérerai
ενεστώτα μετοχή
sidérant
παθητική μετοχή
sidéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sidérions
Παραδείγματα
La nouvelle du licenciement a sidéré tous les employés. 

Η είδηση της απόλυσης κατέπληξε όλους τους υπαλλήλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store