Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sidérer
01
καταπλήσσω, αφήνω άφωνο
surprendre ou choquer quelqu'un au point de le laisser sans réaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sidère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sidérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sidérerai
ενεστώτα μετοχή
sidérant
παθητική μετοχή
sidéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sidérions
Παραδείγματα
La nouvelle du licenciement a sidéré tous les employés.
Η είδηση της απόλυσης κατέπληξε όλους τους υπαλλήλους.



























