siffler
Pronunciation
/sifle/

Ορισμός και σημασία του "siffler"στα γαλλικά

siffler
01

σφυρίζω, σφυρίζω με σφυρίχτρα

produire un son aigu avec la bouche ou un sifflet
siffler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
siffle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sifflons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sifflerai
ενεστώτα μετοχή
sifflant
παθητική μετοχή
sifflé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sifflions
Παραδείγματα
Le policier a sifflé pour arrêter la voiture.
Ο αστυνομικός σφύριξε για να σταματήσει το αυτοκίνητο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store