Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
siffler
01
σφυρίζω, σφυρίζω με σφυρίχτρα
produire un son aigu avec la bouche ou un sifflet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
siffle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sifflons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sifflerai
ενεστώτα μετοχή
sifflant
παθητική μετοχή
sifflé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sifflions
Παραδείγματα
Le policier a sifflé pour arrêter la voiture.
Ο αστυνομικός σφύριξε για να σταματήσει το αυτοκίνητο.



























