Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
récupérer
01
ανακτώ, επιστρέφω
reprendre possession de quelque chose qu'on avait perdu ou prêté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
récupère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
récupérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
récupérerai
ενεστώτα μετοχή
récupérant
παθητική μετοχή
récupéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
récupérions
Παραδείγματα
Je dois récupérer mon livre chez Pierre.
Πρέπει να ανακτήσω το βιβλίο μου από τον Pierre.
02
διασώζω, ανακτώ
collecter des objets ou matériaux pour les réutiliser
Παραδείγματα
On récupère le verre pour le recycler.
Συλλέγουμε το γυαλί για να το ανακυκλώσουμε.
03
ανακτώ, αντισταθμίζω
regagner ou compenser ce qui avait été perdu
Παραδείγματα
L'équipe a récupéré son retard en seconde mi-temps.
Η ομάδα ανέκτησε την καθυστέρησή της στο δεύτερο ημίχρονο.
04
ανακτώ, επανέρχομαι
retrouver ou restaurer quelque chose qui était perdu ou endommagé
Παραδείγματα
Les techniciens ont récupéré les données du disque dur.
Οι τεχνικοί απέκτησαν ξανά τα δεδομένα από τον σκληρό δίσκο.
05
συμπεριλαμβάνω, εκμεταλλεύομαι για προσωπικούς σκοπούς
détourner un mouvement ou une idée à des fins politiques personnelles
Παραδείγματα
Le parti a récupéré la colère populaire pour sa campagne.
Το κόμμα αξιοποίησε τον λαϊκό θυμό για την εκστρατεία του.
06
ανακτώ, επανέρχομαι
reprendre possession du ballon pendant un jeu
Παραδείγματα
Le gardien a bien récupéré le ballon.
Ο τερματοφύλακας ανέκτησε καθαρά την μπάλα.



























