Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rédiger
01
συντάσσω, γράφω
écrire un texte de manière structurée ou officielle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rédige
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rédigeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rédigerai
ενεστώτα μετοχή
rédigeant
παθητική μετοχή
rédigé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rédigions
Παραδείγματα
Les étudiants doivent rédiger un résumé du chapitre.
Οι φοιτητές πρέπει να συντάξουν μια σύνοψη του κεφαλαίου.



























