rédiger
Pronunciation
/ʀediʒe/

Ορισμός και σημασία του "rédiger"στα γαλλικά

rédiger
01

συντάσσω, γράφω

écrire un texte de manière structurée ou officielle
rédiger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rédige
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rédigeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rédigerai
ενεστώτα μετοχή
rédigeant
παθητική μετοχή
rédigé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rédigions
Παραδείγματα
Les étudiants doivent rédiger un résumé du chapitre.
Οι φοιτητές πρέπει να συντάξουν μια σύνοψη του κεφαλαίου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store