Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réduit
01
μειωμένος, εκπτωτικός
proposé à un prix inférieur au prix normal
Παραδείγματα
Le menu du jour est à prix réduit.
Το μενού της ημέρας είναι σε μειωμένη τιμή.
02
μειωμένος, ελαττωμένος
qui a été diminué en quantité, taille, intensité ou importance
Παραδείγματα
Le risque d' accident est réduit avec ces précautions.
Ο κίνδυνος ατυχήματος μειώνεται με αυτά τα προληπτικά μέτρα.
03
μικρός, περιορισμένος
de taille, dimension ou importance moindre que la normale
Παραδείγματα
La chambre d' hôtel est réduite mais confortable.
Το δωμάτιο του ξενοδοχείου είναι μικρό αλλά άνετο.
04
μειωμένος, περιορισμένος
qui est moins grand, moins important ou limité
Παραδείγματα
Le menu propose des portions réduites pour les enfants.
Το μενού προσφέρει μειωμένες μερίδες για παιδιά.
Le réduit
[gender: masculine]
01
μικρός χώρος, μικρό δωμάτιο
un petit espace ou une petite pièce
Παραδείγματα
Les enfants jouent dans le réduit du jardin.
Τα παιδιά παίζουν στον μικρό χώρο του κήπου.
02
γωνία, απομονωμένη γωνιά
un coin ou un espace isolé, souvent petit
Παραδείγματα
Nous avons trouvé un réduit tranquille pour travailler.
Βρήκαμε μια ήσυχη γωνιά για να δουλέψουμε.
03
απομονωμένο μέρος, απομακρυσμένη γωνιά
un endroit isolé, écarté ou peu fréquenté
Παραδείγματα
Ce village est un réduit charmant et paisible.
Αυτό το χωριό είναι ένα γοητευτικό και ήσυχο καταφύγιο.



























