Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réduit
01
μειωμένος, εκπτωτικός
proposé à un prix inférieur au prix normal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
réduit
αρσενικό πληθυντικό
réduits
θηλυκό ενικό
réduite
θηλυκό πληθυντικό
réduites
Παραδείγματα
Les billets sont vendus à prix réduit pour les étudiants.
Τα εισιτήρια πωλούνται σε μειωμένη τιμή για φοιτητές.
02
μειωμένος, ελαττωμένος
qui a été diminué en quantité, taille, intensité ou importance
Παραδείγματα
La vitesse du train a été réduite.
Η ταχύτητα του τρένου μειώθηκε.
03
μικρός, περιορισμένος
de taille, dimension ou importance moindre que la normale
Παραδείγματα
Ils vivent dans un appartement réduit en centre-ville.
Ζουν σε ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης.
04
μειωμένος, περιορισμένος
qui est moins grand, moins important ou limité
Παραδείγματα
Le vocabulaire utilisé dans ce texte est réduit.
Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται σε αυτό το κείμενο είναι περιορισμένο.
Le réduit
01
μικρός χώρος, μικρό δωμάτιο
un petit espace ou une petite pièce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
réduits
Παραδείγματα
Il range ses outils dans le réduit du garage.
Αποθηκεύει τα εργαλεία του στο μικρό αποθηκευτικό χώρο του γκαράζ.
02
γωνία, απομονωμένη γωνιά
un coin ou un espace isolé, souvent petit
Παραδείγματα
Il se cache dans le réduit de la pièce pour lire.
Κρύβεται στη γωνία του δωματίου για να διαβάσει.
03
απομονωμένο μέρος, απομακρυσμένη γωνιά
un endroit isolé, écarté ou peu fréquenté
Παραδείγματα
Ils se sont installés dans un réduit à la campagne.
Εγκαταστάθηκαν σε ένα απομονωμένο μέρος στην ύπαιθρο.



























