Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le réflexe
[gender: masculine]
01
αντανακλαστικό, αυτόματη αντίδραση
un mouvement ou une réaction automatique du corps sans y penser
Παραδείγματα
Certains réflexes peuvent s' améliorer avec l' entraînement.
Αντανακλαστικά μπορούν να βελτιωθούν με την προπόνηση.
réflexe
01
αντανακλαστικός, ακούσιος
qui se fait automatiquement sans réflexion consciente
Παραδείγματα
Les gestes réflexes sont importants pour la sécurité.
Οι αντανακλαστικές χειρονομίες είναι σημαντικές για την ασφάλεια.



























