Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reprendre
01
ανανεώνω, συνεχίζω
commencer de nouveau après une interruption
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
reprends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
reprenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
reprendrai
ενεστώτα μετοχή
reprenant
παθητική μετοχή
repris
α΄ πληθυντικό παρατατικού
reprenions
Παραδείγματα
Ils ont repris le travail après la pause.
Συνέχισαν τη δουλειά μετά το διάλειμμα.
02
ανακτώ, παίρνω πίσω
récupérer ce qui avait été donné, vendu ou prêté
Παραδείγματα
Il a repris son livre qu'il avait prêté.
Έπαιρξε πίσω το βιβλίο του που είχε δανείσει.
03
συνεχίζω
recommencer à faire quelque chose après une pause ou une interruption
Παραδείγματα
Après la pause, elle s'est reprise à étudier.
Μετά το διάλειμμα, συνέχισε να μελετά.
04
αναλαμβάνω ξανά, ανακτώ
prendre de nouveau quelque chose
Παραδείγματα
Elle a repris son livre sur la table.
Αυτή πήρε πίσω το βιβλίο της από το τραπέζι.
05
πάω να πάρω, ξεκινώ να ψάξω
aller chercher quelqu'un ou partir à sa recherche
Παραδείγματα
Je vais reprendre mon frère à l'école.
Πάω να παρω τον αδερφό μου από το σχολείο.
06
διορθώνω, διορθώνομαι
corriger ce que l'on vient de dire ou faire
Παραδείγματα
Il s'est repris après avoir fait une erreur.
Διόρθωσε τον εαυτό του αφού έκανε ένα λάθος.
07
ανακτώ τον έλεγχο του εαυτού μου
retrouver le contrôle de soi-même après une perte de maîtrise
Παραδείγματα
Après l'émotion, il a réussi à se reprendre.
Μετά το συναίσθημα, κατάφερε να συγκρατηθεί.



























