Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rendre
01
επιστρέφω, αποδίδω
donner quelque chose à la personne à qui il appartient
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rendons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rendrai
ενεστώτα μετοχή
rendant
παθητική μετοχή
rendu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rendions
Παραδείγματα
Je vais rendre ce livre à la bibliothèque.
Θα επιστρέψω αυτό το βιβλίο στη βιβλιοθήκη.
02
παραδίδω, παρουσιάζω
donner quelque chose à une autorité ou dans un cadre officiel
Παραδείγματα
L'élève doit rendre son devoir avant vendredi.
Ο μαθητής πρέπει να παραδώσει την εργασία του πριν από την Παρασκευή.
03
κάνω, καθιστώ
faire devenir quelqu'un ou quelque chose dans un certain état
Παραδείγματα
Le bruit constant rend le travail difficile.
Ο συνεχής θόρυβος κάνει τη δουλειά δύσκολη.
04
γίνομαι
devenir dans un certain état par sa propre action ou décision
Παραδείγματα
Il s'est rendu malade en mangeant trop.
Κάναμε τον εαυτό του άρρωστο τρώγοντας πολύ.
05
παραδίνομαι, υποχωρώ
se soumettre ou cesser de résister, souvent dans un contexte de conflit
Παραδείγματα
L'ennemi a fini par se rendre.
Ο εχθρός τελικά παραδόθηκε.
06
κάνω εμετό, ξεραίνω
rejeter par la bouche ce qui est dans l'estomac
Παραδείγματα
Il a trop mangé et il a rendu son dîner.
Έφαγε πολύ και έξαψε το δείπνο του.
07
παράγω
produire ou émettre un son, un bruit, ou une parole
Παραδείγματα
Ce métal rend un son clair quand on le frappe.
Αυτό το μέταλλο εκπέμπει καθαρό ήχο όταν χτυπιέται.
08
καρποφορώ, παράγω καρπούς
produire des fruits ou des récoltes
Παραδείγματα
Cet arbre ne rend plus de fruits.
Αυτό το δέντρο δεν καρποφορεί πια.



























