buter
bu
by
by
ter
te
te
buteurbouterbutorbâter

Ορισμός και σημασία του "buter"στα γαλλικά

01

συγκρούομαι με, αντιμετωπίζω

faire face à quelque chose de difficile, rencontrer un obstacle 
buter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
butons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
buterai
ενεστώτα μετοχή
butant
παθητική μετοχή
buté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
butions
Παραδείγματα
Il bute sur ce problème de mathématiques depuis une heure. 

Σκοντάφτει σε αυτό το μαθηματικό πρόβλημα για μια ώρα.

02

ακουμπάω, στηρίζομαι

s'appuyer contre quelque chose pour se soutenir 
buter definition and meaning
Παραδείγματα
Il bute son vélo contre le mur avant d'entrer. 

Ακουμπά το ποδήλατό του στον τοίχο πριν μπει.

03

σκοντάφτω, κάνω λάθος βήμα

trébucher ou faire un faux pas en marchant 
buter definition and meaning
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Il a buté sur une pierre et a failli tomber. 

Σκόνταψε σε μια πέτρα και παραλίγο να πέσει.

04

πεισματώνω, επιμένω

s'obstiner, refuser de changer d'avis 
buter definition and meaning
Παραδείγματα
Il se bute et refuse d'écouter nos conseils. 

Πεισματώνει και αρνείται να ακούσει τις συμβουλές μας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store