Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La buse
01
γεράκι, κιρκινέζι
oiseau de proie diurne de taille moyenne, souvent vu planant dans le ciel, se nourrissant de petits animaux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
buses
Παραδείγματα
La buse plane au-dessus des champs à la recherche de nourriture.
Το γεράκι αιωρείται πάνω από τα χωράφια ψάχνοντας τροφή.
02
ανόητος, βλάκας
personne lente d'esprit ou peu intelligente
Παραδείγματα
Ne fais pas l'idiot, espèce de buse !
Μην κάνεις τον ηλίθιο, ανόητε.
03
σωλήνας, αγωγός
tube large utilisé pour l'évacuation ou le passage de fluides
Παραδείγματα
La buse permet l'évacuation rapide de l'eau de pluie.
Ο σωλήνας επιτρέπει την ταχεία απομάκρυνση του νερού της βροχής.



























