Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bus
01
λεωφορείο, αστικό λεωφορείο
grand véhicule qui transporte plusieurs personnes en ville ou sur de longues distances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bus
Παραδείγματα
Le bus arrive toutes les dix minutes.
Το λεωφορείο φτάνει κάθε δέκα λεπτά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
autobus
bus



























