Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le but
01
στόχος, σκοπός
ce que quelqu'un veut faire ou atteindre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
buts
Παραδείγματα
Son but est de réussir ses examens.
Ο στόχος του είναι να περάσει τις εξετάσεις του.
02
γκολ, στόχος
action de marquer un point en mettant la balle dans le but
Παραδείγματα
Il marque un but à la dernière minute.
Σημειώνει ένα γκολ στο τελευταίο λεπτό.
03
στόχος, σκοπός
point précis que l'on vise ou que l'on veut atteindre
Παραδείγματα
Le tireur vise le but avec précision.
Ο σκοπευτής σημαδεύει με ακρίβεια τον στόχο.



























