iller
bɑ:
baa
iller
je
ye
briller

Ορισμός και σημασία του "bâiller"στα γαλλικά

bâiller
01

χασμουριέμαι, ανοίγω το στόμα ενώ χασμουριέμαι

ouvrir involontairement la bouche profondément en inspirant, par fatigue ou ennui 
bâiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bâille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bâillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bâillerai
ενεστώτα μετοχή
bâillant
παθητική μετοχή
bâillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bâillions
Παραδείγματα
Il a bâillé pendant toute la réunion. 

Χάζευε καθ' όλη τη διάρκεια της συνάντησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store