Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bâiller
01
χασμουριέμαι, ανοίγω το στόμα ενώ χασμουριέμαι
ouvrir involontairement la bouche profondément en inspirant, par fatigue ou ennui
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bâille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bâillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bâillerai
ενεστώτα μετοχή
bâillant
παθητική μετοχή
bâillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bâillions
Παραδείγματα
Le bébé a bâillé avant de s' endormir.
Το μωρό χάζεψε πριν κοιμηθεί.



























