to idle
idle
aɪdl
aidl
idoltidalseidelbridal

Ορισμός και σημασία του "idle"στα αγγλικά

to idle
01

τεμπελιάζω, αδρανώ

to be at rest or not actively doing anything 
Intransitive
to idle definition and meaning
Παραδείγματα
During the afternoon, he chose to idle by the river and enjoy the scenery. 

Κατά τη διάρκεια του απογεύματος, επέλεξε να τεμπελιάζει δίπλα στο ποτάμι και να απολαμβάνει το τοπίο.

02

τρέχω στο ρελαντί, λειτουργώ στο ρελαντί

to run an engine slowly without being engaged in any work or gear 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
idle
γ΄ ενικό πρόσωπο
idles
ενεστώτα μετοχή
idling
απλός αόριστος
idled
παθητική μετοχή
idled
Παραδείγματα
The car idled at the traffic light, waiting for the signal to change. 

Το αυτοκίνητο δούλευε στο ρελαντί στο φανάρι, περιμένοντας να αλλάξει το σήμα.

01

αδρανής, τεμπέλης

lacking responsibility or purposeful direction 
idle definition and meaning
Παραδείγματα
The young heir led an idle life of indulgence. 

Ο νέος κληρονόμος οδηγούσε μια αδρανή ζωή επιείκειας.

02

αδρανής, αχρησιμοποίητος

(of a machine, factory, or similar system) not operating or in active use 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
idlest
συγκριτικός βαθμός
idler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The factory has been idle since last month's power outage. 

Το εργοστάσιο παραμένει αδρανές από το διακοπή ρεύματος του περασμένου μήνα.

03

αβάσιμος, αστήρικτος

lacking reason or foundation 
Παραδείγματα
She laughed off the idle threats from her classmates. 

Γέλασε τις αβάσιμες απειλές των συμμαθητών της.

04

ασήμαντος, ασήμαντος

having little or no significance 
Παραδείγματα
They spent the afternoon in idle chatter. 

Πέρασαν το απόγευμα σε άσκοπη κουβέντα.

05

αδρανής, άεργος

not engaged in any occupation 
Παραδείγματα
Many workers were idle after the factory closed. 

Πολλοί εργαζόμενοι ήταν αδρανείς μετά το κλείσιμο του εργοστασίου.

06

άκαρπος, απαραγωγικός

failing to produce results or benefits 
Παραδείγματα
The idle investment earned no interest. 

Η αδρανής επένδυση δεν απέφερε κανένα τόκο.

01

ρελαντί, κατάσταση ρελαντί

the condition of an engine or machine when it is running without performing work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
idles
Παραδείγματα
The engine runs at idle while the car is stopped at a traffic light. 

Ο κινητήρας λειτουργεί σε ρελαντί ενώ το αυτοκίνητο είναι σταματημένο σε φανάρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store