to elude
e
ɪ
i
lude
ˈlju:d
lyood
elideexudeeluteetude

Ορισμός και σημασία του "elude"στα αγγλικά

to elude
01

ξεφεύγω, αποφεύγω

to cleverly avoid or escape from someone or something 
Transitive: to elude an enemy or pursuer
to elude definition and meaning
Παραδείγματα
The criminal skillfully eludes the police, disappearing into the crowded city. 

Ο εγκληματίας ξεφεύγει επιδέξια από την αστυνομία, εξαφανίζοντας себя στην πολυσύχναστη πόλη.

02

αποφεύγω, ξεφεύγω

to avoid obeying a law or escaping a penalty 
Transitive: to elude a law or penalty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
elude
γ΄ ενικό πρόσωπο
eludes
ενεστώτα μετοχή
eluding
απλός αόριστος
eluded
παθητική μετοχή
eluded
Παραδείγματα
The company found ways to elude environmental regulations, despite the law. 

Η εταιρεία βρήκε τρόπους να παρακάμψει τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς, παρά το νόμο.

03

ξεφεύγω, δεν καταλαβαίνω

to be unable to understand something, such as a piece of information, idea, fact, etc. 
Transitive: to elude sb
Παραδείγματα
The solution to the puzzle continued to elude him, no matter how hard he tried. 

Η λύση του γρίφου συνέχιζε να του διαφεύγει, όσο κι αν προσπαθούσε.

04

ξεφεύγω, αποφεύγω

to remain unattainable or beyond reach 
Transitive: to elude sb
Παραδείγματα
The championship title eluded the team for years, despite their hard work. 

Ο τίτλος του πρωταθλήματος απέφυγε την ομάδα για χρόνια, παρά τη σκληρή δουλειά τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

eluding
elusion
elude
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store