Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to elude
01
ξεφεύγω, αποφεύγω
to cleverly avoid or escape from someone or something
Transitive: to elude an enemy or pursuer
Παραδείγματα
The criminal skillfully eludes the police, disappearing into the crowded city.
Ο εγκληματίας ξεφεύγει επιδέξια από την αστυνομία, εξαφανίζοντας себя στην πολυσύχναστη πόλη.
02
αποφεύγω, ξεφεύγω
to avoid obeying a law or escaping a penalty
Transitive: to elude a law or penalty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
elude
γ΄ ενικό πρόσωπο
eludes
ενεστώτα μετοχή
eluding
απλός αόριστος
eluded
παθητική μετοχή
eluded
Παραδείγματα
The company found ways to elude environmental regulations, despite the law.
Η εταιρεία βρήκε τρόπους να παρακάμψει τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς, παρά το νόμο.
03
ξεφεύγω, δεν καταλαβαίνω
to be unable to understand something, such as a piece of information, idea, fact, etc.
Transitive: to elude sb
Παραδείγματα
The solution to the puzzle continued to elude him, no matter how hard he tried.
Η λύση του γρίφου συνέχιζε να του διαφεύγει, όσο κι αν προσπαθούσε.
04
ξεφεύγω, αποφεύγω
to remain unattainable or beyond reach
Transitive: to elude sb
Παραδείγματα
The championship title eluded the team for years, despite their hard work.
Ο τίτλος του πρωταθλήματος απέφυγε την ομάδα για χρόνια, παρά τη σκληρή δουλειά τους.



























