Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alone
01
μόνος, μοναχικός
being by oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was alone on the stage during her performance.
Ήταν μόνη στη σκηνή κατά τη διάρκεια της παράστασής της.
1.1
μόνος, απομονωμένος
acting or existing without assistance or involvement from others
Παραδείγματα
They were not alone in opposing the new law.
Δεν ήταν μόνοι στην αντίθεσή τους προς τον νέο νόμο.
02
απαράμιλλος, ασύγκριτος
unmatched or without equal
Παραδείγματα
They are alone among their peers in their achievements.
Είναι μόνοι ανάμεσα στους συνομηλίκους τους στα επιτεύγματά τους.
alone
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
He likes to eat lunch alone and enjoy some quiet time.
Του αρέσει να τρώει μεσημεριανό μόνος και να απολαμβάνει λίγο ήσυχο χρόνο.
Παραδείγματα
The artist painted the entire mural alone.
Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε ολόκληρο το τοιχογραφία μόνος.
02
αποκλειστικά, μόνο
exclusively or solely referring to the stated person, thing, or group
Παραδείγματα
We designed the program for children alone.
Σχεδιάσαμε το πρόγραμμα αποκλειστικά για παιδιά.
2.1
μόνο, αποκλειστικά
used to emphasize that only one element or number is involved or considered
Παραδείγματα
There were 50 people in the room, the guests alone.
Υπήρχαν 50 άτομα στο δωμάτιο, οι επισκέπτες μόνοι.
Λεξικό Δέντρο
aloneness
alone



























