alone
a
ə
ē
lone
ˈləʊn
lewn
atoneagonealine

Ορισμός και σημασία του "alone"στα αγγλικά

01

μόνος, μοναχικός

being by oneself 
alone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was alone on the stage during her performance. 

Ήταν μόνη στη σκηνή κατά τη διάρκεια της παράστασής της.

1.1

μόνος, απομονωμένος

acting or existing without assistance or involvement from others 
Παραδείγματα
They were not alone in opposing the new law. 

Δεν ήταν μόνοι στην αντίθεσή τους προς τον νέο νόμο.

1.2

μόνος, απομονωμένος

feeling or being separated emotionally or socially 
Παραδείγματα
After the loss, she was terribly alone and vulnerable. 

Μετά την απώλεια, ήταν τρομερά μόνη και ευάλωτη.

02

απαράμιλλος, ασύγκριτος

unmatched or without equal 
Παραδείγματα
They are alone among their peers in their achievements. 

Είναι μόνοι ανάμεσα στους συνομηλίκους τους στα επιτεύγματά τους.

01

μόνος, μοναχός

without anyone else 
alone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
He likes to eat lunch alone and enjoy some quiet time. 

Του αρέσει να τρώει μεσημεριανό μόνος και να απολαμβάνει λίγο ήσυχο χρόνο.

1.1

μόνη, αυτόνομα

without any help from other people 
Παραδείγματα
The artist painted the entire mural alone. 

Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε ολόκληρο το τοιχογραφία μόνος.

02

αποκλειστικά, μόνο

exclusively or solely referring to the stated person, thing, or group 
Παραδείγματα
We designed the program for children alone. 

Σχεδιάσαμε το πρόγραμμα αποκλειστικά για παιδιά.

2.1

μόνο, αποκλειστικά

used to emphasize that only one element or number is involved or considered 
Παραδείγματα
There were 50 people in the room, the guests alone. 

Υπήρχαν 50 άτομα στο δωμάτιο, οι επισκέπτες μόνοι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store