Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alone
01
μόνος, μοναχικός
being by oneself
Παραδείγματα
The child was alone in the playground.
Το παιδί ήταν μόνο στην παιδική χαρά.
1.1
μόνος, απομονωμένος
acting or existing without assistance or involvement from others
Παραδείγματα
The team was alone in rejecting the proposed strategy.
Η ομάδα ήταν μόνη στην απόρριψη της προτεινόμενης στρατηγικής.
02
απαράμιλλος, ασύγκριτος
unmatched or without equal
Παραδείγματα
The athlete 's record is alone among all competitors.
Το ρεκόρ του αθλητή είναι μόνο μεταξύ όλων των ανταγωνιστών.
alone
Παραδείγματα
I traveled alone to Europe last summer.
Ταξίδεψα μόνος στην Ευρώπη το περασμένο καλοκαίρι.
1.1
μόνη, αυτόνομα
without any help from other people
Παραδείγματα
The scientist conducted the experiments alone in the lab.
Ο επιστήμονας πραγματοποίησε τα πειράματα μόνος στο εργαστήριο.
02
αποκλειστικά, μόνο
exclusively or solely referring to the stated person, thing, or group
Παραδείγματα
The letter was addressed to him alone.
Το γράμμα απευθυνόταν σε αυτόν μόνο.
2.1
μόνο, αποκλειστικά
used to emphasize that only one element or number is involved or considered
Παραδείγματα
The city has five parks, the central park alone covers 100 acres.
Η πόλη έχει πέντε πάρκα, μόνο το κεντρικό πάρκο καλύπτει 100 στρέμματα.
Λεξικό Δέντρο
aloneness
alone



























