entirely
en
ɪn
in
tire
ˈtaɪə
taie
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "entirely"στα αγγλικά

01

εντελώς, ολοκληρωτικά

to the fullest or complete degree 
entirely definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The puzzle was entirely solved by the dedicated team. 

Το παζλ λύθηκε εντελώς από την αφοσιωμένη ομάδα.

02

εντελώς, αποκλειστικά

used to emphasize exclusivity 
Παραδείγματα
The room was reserved entirely for VIP guests during the event. 

Το δωμάτιο ήταν εντελώς δεσμευμένο για τους επισκέπτες VIP κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης.

Λεξικό Δέντρο

entirely
entire
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store