entitled
en
ɛn
en
ti
ˈtaɪ
tai
tled
təld
tēld
titled

Ορισμός και σημασία του "entitled"στα αγγλικά

01

που δικαιούται, που πιστεύει ότι του αξίζουν ειδικά προνόμια

believing that one deserves special privileges or treatment without necessarily earning or deserving them 
entitled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most entitled
συγκριτικός βαθμός
more entitled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's so entitled; she expects everyone to cater to her needs without considering others. 

Είναι τόσο entitled? αναμένει από όλους να ικανοποιούν τις ανάγκες της χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους άλλους.

02

δικαιούται, επιλέξιμος

having the legal right to something or being qualified to receive it 
Παραδείγματα
She is entitled to inherit her grandmother's estate. 

Έχει δικαίωμα να κληρονομήσει την περιουσία της γιαγιάς της.

Λεξικό Δέντρο

unentitled
entitled
titled
title
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store