Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entomologist
01
εντομολόγος
a scientist who specializes in the study of insects, including their behavior, ecology, and classification
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
entomologists
Παραδείγματα
Many entomologists study the role of insects in pollination.
Πολλοί εντομολόγοι μελετούν τον ρόλο των εντόμων στην επικονίαση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
entomologist
entomology
entomo



























