Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to entomb
01
θάβω, τοποθετώ σε τάφο
place in a grave or tomb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
entomb
γ΄ ενικό πρόσωπο
entombs
ενεστώτα μετοχή
entombing
απλός αόριστος
entombed
παθητική μετοχή
entombed
Λεξικό Δέντρο
entombment
entomb



























