entomb
en
ɛn
εν
tomb
ˈtum
τουμ
/ɛntˈuːm/

Ορισμός και σημασία του "entomb"στα αγγλικά

to entomb
01

θάβω, τοποθετώ σε τάφο

place in a grave or tomb
to entomb definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
entomb
γ΄ ενικό πρόσωπο
entombs
ενεστώτα μετοχή
entombing
απλός αόριστος
entombed
παθητική μετοχή
entombed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store