entjie
en
ˈɛn
en
tjie
ʧi
chi
complybonsaidescrysupply

Ορισμός και σημασία του "entjie"στα αγγλικά

01

ένα τσιγάρο, ένα τσιγαράκι

(South African) a cigarette 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
entjies
Παραδείγματα
He asked for an entjie after lunch. 

Ζήτησε ένα entjie μετά το μεσημεριανό γεύμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store