Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entjie
01
ένα τσιγάρο, ένα τσιγαράκι
(South African) a cigarette
Slang
Παραδείγματα
They smoked a few entjies at the party.
Κάπνισαν μερικά entjies στο πάρτι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ένα τσιγάρο, ένα τσιγαράκι